Widget Recent Post No.

Βαρρόα στα μελίσσια. Μαθαίνοντας τον χειρότερο εχθρό μας. Όλα όσα πρέπει να γνωρίζουμε!

 




Η βαρροϊκή ακαρίαση αποτελεί σήμερα, το σημαντικότερο νόσημα των μελισσοσμηνών των ευρωπαϊκών κυρίως φυλών της μέλισσας Apis mellifera. Οφείλεται στο άκαρι Varroa destructor το οποίο ανήκει στο γένος Varroa, οικογένεια Varroidae, τάξη Acarina και αποτελεί αποκλειστικά παράσιτο της μέλισσας.




Το γένος Varroa περιελάμβανε μέχρι πρόσφατα τρία γνωστά είδη. Τα τρία είδη Varroa εμφανίζουν διαφορές μεταξύ τους αναφορικά με τη μορφολογία τους, τη μολυσματικότητα, τους ξενιστές που παρασιτούν και τη διασπορά τους παγκοσμίως (de Guzman & Rinderer, 1999). Στην Ελλάδα, από τα τρία μέχρι σήμερα γνωστά είδη της οικογένειας Varroidae, έχει διαπιστωθεί μόνο το V. jacobsoni Oud. Η γενοτυπική ταυτότητα του ακάρεως που ενδημεί στην Ελλάδα δεν έχει ακόμα προσδιοριστεί. Το άκαρι έχει καθιερωθεί να ονομάζεται βαρρόα (Πελεκάσης et al, 1978, Λιάκος, 1981, Υφαντίδης, 1982). Ωστόσο γίνεται δεκτό ότι όλες οι αναφορές που αφορούν τα ακάρεα του γένους βαρρόα στη μέλισσα Α. mellifera θα πρέπει να θεωρούνται ως βαρρόα του είδους Varroa destructor (Association of Institutes for Bee Research, Report of the 47th seminar, University Tubingen, 2000).

Τόπος καταγωγής του παρασίτου είναι η Νοτιοδυτική Ασία, εκεί που ζει η μέλισσα Apis cerana. Το άκαρι ενδημεί ως μόνιμο παράσιτο της A. cerana, της Ινδικής δηλαδή μέλισσας. Η ήπια παθογόνος δράση του παρασίτου στην ασιατική μέλισσα οφείλεται σε μια σχέση ισορροπίας μεταξύ του συγκεκριμένου είδους Varroa και της ασιατικής μέλισσας. Η σχέση αυτή ισορροπίας είναι αποτέλεσμα μακροχρόνιας συνύπαρξης των δυο οργανισμών και έχει ως επακόλουθο το ότι το άκαρι παρασιτεί το ξενιστή χωρίς όμως να προκαλεί το θάνατο του μελισσιού. Μέχρι σήμερα, η ασιατική μέλισσα Apis cerana, οι αφρικανικές φυλές της Apis mellifera και οι αφρικανοποιημένες φυλές μελισσών στη Βραζιλία, είναι οι μόνοι τεκμηριωμένοι πληθυσμοί μελισσών οι οποίοι έχουν την ικανότητα να επιβιώνουν για μεγάλο χρονικό διάστημα μαζί με το παράσιτο, χωρίς τη χρήση ακαρεοκτόνων ουσιών.


Μορφολογία Varroa destructor Ακμαία



Ακμαίο θηλυκό V.destructor σε κεφάλι προνύμφης μέλισσας

Το ακμαίο θηλυκό άκαρι V.destructor έχει σχήμα ελλειψοειδές με μέσο μήκος του σώματός του 1167,3 ± 26,8 μm, και μέσο πλάτος 1708,9 ± 41,2 μm. Το σώμα του, έντονα πεπλατυσμένο ραχιοκοιλιακά και ελαφρά κυρτό, έχει χρώμα που ποικίλλει ανάλογα με την ηλικία του παρασίτου και κυμαίνεται από ξανθό ανοιχτό, καστανέρυθρο, μέχρι βαθύ καστανό. Είναι ορατό με γυμνό οφθαλμό και μοιάζει με πολύ μικρό λέπι. Η ραχιαία επιφάνεια καλύπτεται από σκληρό θυρεό από χιτίνη. Η κοιλιακή επιφάνεια καλύπτεται από πλάκες χιτίνης, που ενώνονται μεταξύ τους με λεπτότερες μεμβράνες. Σ’ όλο το σώμα φέρει σκληρές και μακριές τρίχες. Έχει τέσσερα ζεύγη δυνατά, κοντά, πλατιά και κυρτά πόδια, που αποτελούνται από επτά τμήματα. Το τελευταίο τμήμα (pretarsus) είναι οπλισμένο με μία δυνατή σύνθετη βεντούζα (Ramirez & Malavasi, 1991, Ramirez, 1994, Liu, 1996a, Liu & Peng, 1990). Το πρώτο ζεύγος των ποδιών εξέχει από την περιφέρεια του σώματος, φέρει αισθητικά όργανα και παίζει ρόλο κεραιών.

Το σχήμα του σώματος του θηλυκού ακάρεως είναι προσαρμοσμένο στα διάφορα στάδια της ζωής του. Κατά τη διάρκεια της αναπαραγωγικής του δραστηριότητας μέσα στο σφραγισμένο γόνο, το έντονα πεπλατυσμένο του σώμα του επιτρέπει να γλιστράει σε πτυχές, ανάμεσα στα τοιχώματα του κελιού και το σώμα της προνύμφης ή της νύμφης της μέλισσας. Kατά τη διάρκεια της περιόδου διασποράς, το άκαρι εισέρχεται βαθιά ανάμεσα στους κοιλιακούς στερνίτες της ενήλικης μέλισσας, όπου είναι δύσκολο να εντοπιστεί και να αποκολληθεί από τις άλλες μέλισσες. Οι βεντούζες των ποδιών του και οι μακριές τρίχες του σώματός του, επιτρέπουν στο άκαρι να στερεώνεται ή να μετακινείται σταθερά επάνω στον ξενιστή του.



Ακμαίο αρσενικό V. destructor

Το ακμαίο αρσενικό άκαρι είναι μικρότερο από το θηλυκό, με διαστάσεις 0,752 - 0,912 Χ 0,707 - 0,883 mm. Έχει σχήμα περίπου κυκλικό, χρώμα λευκό με πρασινωπές αποχρώσεις, εξαιτίας του περιεχομένου του εντέρου. Τα άκρα του είναι μακριά και λεπτά και εξέχουν χαρακτηριστικά από την περιφέρεια του σώματος. Στο ενήλικο αρσενικό τα άκρα δεν παραμένουν λευκά αλλά αποκτούν ωχρό χρώμα.

Ατελή στάδια

Τα ατελή στάδια του ακάρεως είναι το αυγό, η προνύμφη, η πρωτονύμφη και η δευτερονύμφη.
Αυγό: Έχει διαστάσεις 0,60-67 Χ 0,30-0,40 mm, χρώμα λευκό και κάτω από τα λεπτά τοιχώματα του διακρίνεται το έμβρυο. Το συγκεκριμένο άκαρι είναι ωοζοτόκο, δηλαδή η εμβρυακή ανάπτυξη αρχίζει και συντελείται όταν ακόμη τα αυγά βρίσκονται μέσα στο μητρικό σώμα και έτσι, στα αυγά που γεννιούνται, διαφαίνονται οι καταβολές των εξαρτημάτων του με τρία ζεύγη ποδών σχηματιζόμενης προνύμφης. Η επώαση διαρκεί περίπου δύο ημέρες και από τα αυγά εξέρχονται οι με τα τέσσερα ζεύγη ποδών πρωτονύμφες.



Πρωτονύμφη V. destructor


Πρωτονύμφη: Το σώμα της θηλυκής πρωτονύμφης είναι περίπου κυκλικό με μήκος 0,7-0,8 mm, το χρώμα της λευκωπό, φέρει ευδιάκριτη εδρική πλάκα και τέσσερα ζεύγη ποδιών. Διάρκεια σταδίου 4-5 ημέρες. Η αρσενική πρωτονύμφη είναι λίγο μικρότερη, έχει διαστάσεις 0,62-0,74 Χ 0,58-0,69 mm και η εδρική πλάκα δε διακρίνεται εύκολα. Διάρκεια σταδίου 2-3 ημέρες. Η διάκριση του φύλου με βάση τα εξωτερικά χαρακτηριστικά δεν μπορεί να είναι αξιόπιστη στις προνύμφες και πρωτονύμφες του ακάρεως (Steiner, 1988)




Δευτερονύμφη V. destructor

Δευτερονύμφη: Η θηλυκή δευτερονύμφη έχει σχήμα ωοειδές, χρώματος λευκού-στιλπνού και διαστάσεις 0,94-1,12 Χ 1,14-1,6 mm με διάρκεια σταδίου 1-2 ημέρες. Η αρσενική δευτερονύμφη είναι στρογγυλή χρώματος λευκού-στιλπνού και έχει διαστάσεις 0,74-0,88 Χ 0,8 mm με διάρκεια σταδίου 1-2 ημέρες Το περιεχόμενο του μέσου εντέρου είναι ορατό κάτω από τον ημιδιαφανή εξωσκελετό. Στα ατελή στάδια και στο ενήλικο αρσενικό προσδίδει χαρακτηριστικό πρασινωπό χρωματισμό και στα νεαρά ενήλικα θηλυκά άτομα σκούρο καστανό ή μαύρο. Από τη σύγκριση της μορφολογίας του σώματος των δυο φύλων φαίνεται ότι το θηλυκό άτομο είναι λιγότερο στενόμακρο από το αρσενικό. Συγκριτικά με το μέγεθος του σώματος, τα πόδια του αρσενικού είναι πιο λεπτοφυή και το μήκος τους μεγαλύτερο από εκείνο του θηλυκού. Το χαρακτηριστικό αυτό παραμένει και στις επόμενες φάσεις της ανάπτυξης. Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό γνώρισμα που γίνεται εμφανέστερο κατά την ανάπτυξη του ακάρεως, είναι ότι το σώμα του αρσενικού είναι πιο οξύληκτο προς τα εμπρός συγκριτικά με το θηλυκό. Επιπλέον, το σώμα της θηλυκής δευτερονύμφης σταδιακά γίνεται περισσότερο πεπλατυσμένο ραχιοκοιλιακά, με αποτέλεσμα σε προχωρημένο στάδιο ανάπτυξης της δευτερονύμφης να αποκτά τη μορφή του ενήλικου θηλυκού ακάρεως και κατά συνέπεια η διάκριση από το ενήλικο αρσενικό να είναι σαφής.

Βιολογία

Εισαγωγή


Το άκαρι V.destructor είναι αποκλειστικά παράσιτο της μέλισσας. Η επιβίωση και η αναπαραγωγή του είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την εξέλιξη της ζωής του μελισσιού. Το ενήλικο θηλυκό άκαρι μπορεί να επιβιώσει σε συνθήκες εργαστηρίου και με κατάλληλη διατροφή για αρκετές ημέρες. Μακριά όμως από το μελίσσι δεν αναπαράγεται επιτυχώς και πεθαίνει χωρίς να παράγει απογόνους (Bruce et al., 1988).



Βιολογικός κύκλος V. destructor

Στο μελίσσι, η βαρρόα παρασιτεί τόσο στο γόνο όσο και στις ενήλικες μέλισσες. Έχει ήδη προσαρμοστεί στις συνθήκες ζωής του ξενιστή της, ώστε να αξιοποιεί κατάλληλα το κάθε στάδιο της μέλισσας, για την ασφαλέστερη επιτέλεση των βασικών της αναγκών. Ο γόνος της μέλισσας, όπου λαμβάνει χώρα η αναπαραγωγή, προσφέρει καταφύγιο και τροφή, στοιχεία απαραίτητα για την ωοτοκία και την ασφαλή ανάπτυξη των ευαίσθητων ανώριμων σταδίων του ακάρεως. Οι ενήλικες μέλισσες εξασφαλίζουν την επιβίωση των ενήλικων θηλυκών παρασίτων, στο διάστημα που το μελίσσι δεν εκτρέφει γόνο, καθώς επίσης και τη διασπορά μέσα και έξω από την κυψέλη (Λιάκος, 1996).

Παρασιτισμός σε ενήλικες μέλισσες

Το χρονικό διάστημα που το άκαρι παρασιτεί τις ενήλικες μέλισσες χαρακτηρίζεται ως περίοδος ή φάση μεταφοράς (phoretic phase) που έχει ως αποτέλεσμα τη διασπορά του ακάρεως (περίοδος διασποράς). Η περίοδος αυτή αφορά όλο το χρονικό διάστημα που το ενήλικο θηλυκό άκαρι βρίσκεται έξω από το γόνο, και έχει τη δυνατότητα να μεταδοθεί από μελίσσι σε μελίσσι. Όλα τα βαρρόα που βρίσκονται επάνω σε ενήλικες μέλισσες είναι ενήλικα θηλυκά άτομα. Έχουν όμως διαφορετική ηλικία και είναι δυνατό να είναι βαρρόα μητρικής γενεάς ή θυγατρικής γενεάς.

Οι Calatayud & Verdú (1994), σε πειράματα που έκαναν σε μελίσσια χωρίς γόνο, προσδιόρισαν για βαρρόες που βρίσκονται στην περίοδο της διασποράς, ως πιθανή μέση διάρκεια ζωής τις 31 (19-41) ημέρες και ως μέγιστη διάρκεια ζωής γύρω στις 90 (80-100) ημέρες. Κατά τη διάρκεια της περιόδου διασποράς, τα βαρρόα παρασιτούν σε μέλισσες κάθε ηλικίας. Έχει διαπιστωθεί ότι ανεξάρτητα από την εποχή του έτους, οι βαρρόες δείχνουν ιδιαίτερη προτίμηση σε νεαρές παραμάνες μέλισσες που βρίσκονται στην περιοχή του γόνου.

Η δεύτερη περίοδος αφορά την είσοδο του ενήλικου θηλυκού ακάρεως στον ασφράγιστο γόνο γι’ αναπαραγωγή, και ονομάζεται περίοδος αναπαραγωγής ή περίοδος αναπαραγωγικής δραστηριότητας (reproduction, reproductive phase). Ο βιολογικός κύκλος του παρασίτου εξελίσσεται εξ’ ολοκλήρου στο σφραγισμένο γόνο, μέσα στον οποίο εντοπίζονται τα διάφορα στάδια ανάπτυξης του παρασίτου.

Την περίοδο που το μελίσσι δεν εκτρέφει γόνο ο συνολικός αριθμός των βαρροών παρασιτεί τις ενήλικες μέλισσες. Ο πληθυσμός του παρασίτου δεν αυξάνεται, ούτε ανανεώνεται με νέα άτομα, αφού η αναπαραγωγή του γίνεται αποκλειστικά μέσα στο σφραγισμένο γόνο. Όταν το μελίσσι εκτρέφει γόνο, το παράσιτο έχει τη δυνατότητα να εισέλθει σε κελί και να αναπαραχθεί. Κατά συνέπεια, ο συνολικός πληθυσμός των βαρροών που παρασιτεί μέσα σε ένα μελίσσι που εκτρέφει γόνο, αποτελείται από το άθροισμα των βαρροών που βρίσκονται στην περίοδο της διασποράς και αυτών που βρίσκονται μέσα στο γόνο. Σύμφωνα με παρατηρήσεις, ο πληθυσμός του παρασίτου αυξάνει με ρυθμό γεωμετρικής προόδου ανά 35 ημέρες περίπου (Guermant et al. 1990),


Είσοδος στο κελί και διατροφή


Η προσβολή αρχίζει με την είσοδο του γονιμοποιημένου βαρρόα σε εργατικό κελί (15 ώρες πριν από το σφράγισμα του κελιού) ή κηφηνοκελί (45 ώρες πριν από το σφράγισμα του κελιού) που περιέχει προνύμφη λίγο πριν αυτό σφραγιστεί. Γενικά, ο κηφηνογόνος προσβάλλεται 7-12 φορές περισσότερο από τον εργατικό γόνο. Από παρατηρήσεις που έχουν γίνει σχετικά με τη διαδικασία της εισόδου τους σε κελί, έδειξαν ότι οι νεαρές μέλισσες (παραμάνες) που μεταφέρουν βαρρόα πρέπει να έλθουν αρκετά κοντά σε κελί με γόνο κατάλληλης ηλικίας, ώστε να δράσουν οι παράγοντες που θα διεγείρουν την είσοδο του παρασίτου μέσα στο γόνο. Η πιθανότητα να εγκαταλείψει το άκαρι τη μέλισσα για να εισέλθει σε γόνο, είναι μεγαλύτερη όταν υπάρχουν περισσότερα κελιά με γόνο κατάλληλης ηλικίας. Στα πολυπληθή μελίσσια, οι βαρρόες διασπείρονται σε μεγάλο αριθμό μελισσών με αποτέλεσμα να μειώνεται η πιθανότητα εισόδου αυτών σε κελιά με γόνο.

Μετά την είσοδό του στο κελί, το βαρρόα διεισδύει ανάμεσα στο τοίχωμα του κελιού και στο σώμα της προνύμφης, φθάνει στον πυθμένα του κελιού όπου κολλάει με τη ράχη στην τροφή της προνύμφης και παγιδεύεται (Υφαντίδης, 1987). Εκεί παγιδεύονται σε ποσοστό 95% μέσα στην τροφή της προνύμφης που καλύπτει τον πυθμένα του κελιού, για όσο χρονικό διάστημα χρειάζεται μέχρι να καταναλωθεί η τροφή από την προνύμφη, οπότε και δραστηριοποιούνται. To διάστημα που είναι παγιδευμένα, εκτείνουν τα περιτρήματα μέχρι την επιφάνεια της τροφής έτσι ώστε να διευκολύνεται η αναπνοή τους (Ruijter de & Kaas, 1983, Liu, 1996b).

Σύμφωνα με τους Donzé and Guerin (1994), η προνύμφη καταναλώνει την τροφή της σε διάστημα 5 ωρών μετά από το σφράγισμα του κελιού και πριν ξεκινήσει να πλέκει το κουκούλι της. Το 86% των παρασίτων ελευθερώνεται από την τροφή 2 ώρες μετά το σφράγισμα, ενώ το 100% ελευθερώνεται 6 ώρες μετά το σφράγισμα. Τα ακάρεα που αποτυγχάνουν να εξέλθουν από την τροφή της προνύμφης, παγιδεύονται μεταξύ του τοιχώματος του κελιού και του κουκουλιού που πλέκει η προνύμφη, με αποτέλεσμα να πεθαίνουν. Από τη στιγμή που το ενήλικο άκαρι ελευθερωθεί από την τροφή, αρχίζει να μετακινείται προς την προνύμφη. Μετά από λίγο διατρυπά το δέρμα της προνύμφης και γευματίζει με αιμολέμφο, την οποία χρησιμοποιεί σχεδόν αυτούσια επειδή στερείται πρωτεολυτικών ενζύμων, στην ποσότητα που απαιτείται για να δραστηριοποιεί την ωοθήκη του ακάρεως και να ξεκινήσει η ωογένεση.


Ωοτοκία

Εξήντα περίπου ώρες μετά το σφράγισμα του κελιού το βαρρόα εναποθέτει το πρώτο αυγό στα τοιχώματα του κελιού κοντά στο σφράγισμα και στη συνέχεια, ανά τριάντα περίπου ώρες, τα υπόλοιπα. Ο αριθμός των αυγών που εναποθέτει το άκαρι διαφέρει στα δυο είδη του γόνου. Στον εργατικό γόνο, ο μέσος όρος κυμαίνεται από τρία έως πέντε αυγά. Στον κηφηνογόνο το μεγαλύτερο ποσοστό των ακάρεων εναποθέτει μέχρι έξι αυγά (Ifantidis, 1984, Martin, 1994, 1995a). Σύμφωνα με τον Ruijter de (1987), ο μέγιστος αριθμός αυγών που μπορεί να εναποθέσει ένα θηλυκό άκαρι, κατά τη διάρκεια της ζωής του, είναι τριάντα αυγά. Τα ακάρεα διακόπτουν την ωοτοκία περίπου 170 ώρες μετά το σφράγισμα του κελιού στον εργατικό γόνο και 200 ώρες αντίστοιχα στον κηφηνογόνο. Μετά την εναπόθεση και του τελευταίου αυγού, το άκαρι συνεχίζει να διατρέφεται από την αναπτυσσόμενη νύμφη της μέλισσας. 


Σύμφωνα με τα αποτελέσματα διαφόρων ερευνητών το ποσοστό των θηλυκών βαρροών που είναι γόνιμες και αναπαράγονται είναι μεγαλύτερο στον κηφηνογόνο. Κυμαίνεται στα δυο είδη το γόνου μεταξύ 67,7% και 92% στον εργατικό γόνο και μεταξύ 63,1% και 99,2% στον κηφηνογόνο (Schulz 1984, Fuchs and Langenbach 1989, Ifantidis 1990, Fries et al. 1994, Martin 1994, 1995b). Ο αριθμός των βαρροών που δεν αναπαράγεται κυμαίνεται γύρω στο 30% στον πρώτο γόνο ο οποίος εκκολάπτεται, μετά την έναρξη της ωοτοκίας της βασίλισσας στο τέλος του χειμώνα ή νωρίς την άνοιξη (Martin, 1998).


Επωαση - βιολογικός κύκλος 



Το πρώτο αυγό εξελίσσεται πάντα σε αρσενικό (Rehm & Ritter, 1989) ενώ δεν έχουν βρεθεί βαρρόα να παράγουν περισσότερους από ένα αρσενικούς απογόνους (Martin, 1994). Όλα τα υπόλοιπα αυγά που παράγονται από το άκαρι, εξελίσσονται σε θηλυκά άτομα(Video) (Rehm & Ritter, 1989, Ifantidis, 1990). Το αρσενικό ενηλικιώνεται μερικές ώρες νωρίτερα από το πρώτο θηλυκό απόγονο και περίπου στις 230-240 ώρες μετά το σφράγισμα του κελιού. 




Η εμβρυογένεση διαρκεί περίπου 48 ώρες και περιλαμβάνει την παρακάτω διαδικασία. Η εξάποδη προνύμφη αναπτύσσεται μέσα στο αυγό, μεταμορφώνεται σε οκτάποδη πρωτονύμφη και στη συνέχεια βγαίνει από αυτό. Η πρωτονύμφη μεταμορφώνεται σε δευτερονύμφη και αυτή σε ενήλικο. Μεταξύ των μεταμορφώσεων, τα ατελή στάδια λαμβάνουν γεύματα πάνω στο σώμα του γόνου της μέλισσας, από το σημείο όπου το μητρικό άκαρι έχει δημιουργήσει οπή. Ολόκληρος ο βιολογικός κύκλος διαρκεί 6 ημέρες περίπου για τα θηλυκά άτομα και 7 για τα αρσενικά. Ο χρόνος ανάπτυξης του αρσενικού ακάρεως διαρκεί γύρω στις 6,5 με 7 ημέρες και του θηλυκού γύρω στις 5,5 με 6 ημέρες. Κάτω από ιδανικές συνθήκες, ένα άκαρι μπορεί να παράγει σε κάθε ωοτοκία, ένα μέγιστο αριθμό από 3 ώριμα θηλυκά σε εργατικό κελί και 4 με 5 ώριμα θηλυκά σε κηφηνοκελί. Αναφέρεται (Mikityuk, 1979) ότι το 78% των βαρροα αναπαράγονται μια φορά και το 18% δυο φορές υπό φυσικές συνθήκες.

Από τα άτομα που θα γεννηθούν στον εργατικό γόνο, μόνο τα δύο πρώτα, και σε ένα μικρό ποσοστό και το τρίτο, προλαβαίνουν να ενηλικιωθούν στο διάστημα των 12 ημερών που το κελί παραμένει κλειστό. Αντίθετα, στον κηφηνογόνο, που παραμένει σφραγισμένος 14 ημέρες, προλαβαίνουν να ενηλικιωθούν τέσσερα ή και πέντε. Τα άτομα που δεν προλαβαίνουν να ενηλικιωθούν, πεθαίνουν από ασιτία, επειδή τα στοματικά τους μόρια αδυνατούν να τρυπήσουν το σκληρό σκελετό της μέλισσας (Υφαντίδης, 1987).

Το μοναδικό αρσενικό άτομο που παράγεται σε κάθε αναπαραγωγικό κύκλο, όπως ειπώθηκε ωριμάζει πρώτο (Martin, 1994, 1995) και γονιμοποιεί διαδοχικά όλα τα θηλυκά άτομα, δηλαδή όλες τις αδελφές του, αμέσως μετά την ενηλικίωσή τους. Στον κηφηνογόνο ειδικά όμως, όπου γίνεται προσβολή από 2 και 3 βαρρόα σε ποσοστά 19,9-25,8% και το 6,6-9% αντίστοιχα, ένα αρσενικό μπορεί να ζευγαρώσει με όλα τα θηλυκά άτομα που βρίσκονται μέσα στο κελί ανεξάρτητα αν αυτά είναι συγγενικά του ή όχι. Έπειτα αφού ολοκληρωθεί η γονιμοποίηση, το αρσενικό πεθαίνει σύντομα επειδή τα στοματικά του μόρια έχουν μεταπλασθεί σε όργανα μεταφοράς του σπέρματος και δεν μπορεί να τραφεί. 


Έξοδος των ακάρεων από το κελί



Έξοδος μέλισσας με ακμαίο θηλυκό Varroa

Μετά την έξοδο της μέλισσας από το κελί (αν έχει επιβιώσει), το αρσενικό και τα άωρα θηλυκά άτομα πεθαίνουν από ασιτία ενώ τα ενήλικα θηλυκά θυγατρικής ή και μητρικής γενιάς εξέρχονται πριν ή μετά την απομάκρυνση της μέλισσας ή και ταυτόχρονα με αυτήν. Τότε τα ενήλικα προσκολλούνται σε ενήλικη μέλισσα με ιδιαίτερη προτίμηση στις τροφούς και τους κηφήνες. Μόνο ένα πολύ μικρό ποσοστό, μικρότερο του 1%, παρασιτεί στις συλλέκτριες. Εγκαθίστανται βαθιά στα δαχτυλίδια της κοιλιάς των μελισσών, επειδή μόνο τις λεπτές μεμβράνες που τα ενώνουν είναι ικανές να διατρυπήσουν με τα στοματικά τους μόρια. Η θέση αυτή εκτός από τη διατροφή τους εξασφαλίζει και ασφαλή μεταφορά.

Παραμένουν επάνω στις ενήλικες μέλισσες 5-15 ημέρες και στη συνέχεια εισέρχονται σε κάποιο κελί για να ωοτοκήσουν. Από αυτά το 17-28% στον εργατικό γόνο και το 5% στον κηφηνογόνο αποτυγχάνει να αναπαραχθεί. Αποφεύγουν τα κατειλημμένα από άλλα βαρρόα κελιά και μόνο στην ανάγκη εισέρχονται σε αυτά. Στην περίπτωση που περισσότερα από ένα βαρρόα ωοτοκήσουν στο ίδιο κελί, ο αριθμός του κάθε ενός είναι μικρότερος του φυσιολογικού. Στα μελίσσια που εκτρέφουν γόνο, μόνο ένα μικρό ποσοστό των βαρρόα βρίσκεται επάνω στις μέλισσες. Τα υπόλοιπα παρασιτούν στο γόνο όπου και αναπαράγονται. Αρκεί η παρουσία 500 κελιών με γόνο, για να φιλοξενήσει το 50% των βαρρόα ενός μολυσμένου μελισσιού. Τα βαρρόα που αναπαράγονται, ζουν περίπου δύο μήνες. Την περίοδο που το μελίσσι δεν εκτρέφει γόνο, τα βαρρόα παρασιτούν στις ενήλικες μέλισσες και επιβιώνουν για μακρύ χρονικό διάστημα, το οποίο το χειμώνα είναι δυνατό να ξεπεράσει τους οκτώ μήνες. 

Παθογένεια

Πηγή μόλυνσης σε μια περιοχή αποτελούν μόνο τα μολυσμένα μελίσσια. Το άκαρι μεταδίδεται από κυψέλη σε κυψέλη με τις παραπλανημένες εργάτριες, τους κηφήνες, τη λεηλασία και τους μελισσοκομικούς χειρισμούς. Σε περιοχές που η ασθένεια ενδημεί, η παραπλάνηση σε συνδυασμό με την πυκνότητα των μελισσιών, παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στην επαναμόλυνση ή την επιμόλυνση μελισσιών που έχουν υποβληθεί σε θεραπεία. H μετάδοση από περιοχή σε περιοχή γίνεται με τους αφεσμούς. Η διασπορά όμως του παρασίτου σ’ ολόκληρο τον κόσμο οφείλεται κατά κύριο λόγο στην ανθρώπινη παρέμβαση (Λιακός Β.).

Ο πληθυσμός του ακάρεως σε ένα μελίσσι δεν είναι σταθερός. Μεταβάλλεται δυναμικά μέσα στο χρόνο. Αυξάνει προοδευτικά από την αρχή της άνοιξη προς το φθινόπωρο. Παρουσιάζει ένα μέγιστο στις αρχές Ιουλίου και στη συνέχεια μέχρι τα μέσα Οκτωβρίου παρουσιάζει διαδοχικές αυξομειώσεις με ελαφρά αυξητική τάση. Από τα μέσα Οκτωβρίου μέχρι τα τέλη Δεκεμβρίου παρατηρείται έντονη μείωση του πληθυσμού η οποία συνεχίζεται με βραδύτερο ρυθμό μέχρι τις αρχές Μαρτίου που αρχίζει και πάλι η αύξησή του (Λιακός Β.).

Η προσβολή του βαρρόα στο μελίσσι εκδηλώνεται τόσο με παρασιτισμό στις ενήλικες μέλισσες που αποτελούν τον παρόντα πληθυσμό όσο και στο γόνο. Οι αμυντικοί μηχανισμοί της μέλισσας εξασθενούν σταδιακά από τον σημαντικότερο παράγοντα, την νύξη του ισχυρού εξωσκελετού των μελισσών και την μύζηση αιμολέμφου.

Συνέπεια αυτών είναι η έγχυση τοξινών, που το άκαρι εκλύει στη διάρκεια του γεύματος του, ο μηχανικός ερεθισμός, το άνοιγμα θυρών εισόδου για άλλους μικροοργανισμούς και η μεταφορά παθογόνων μικροοργανισμών. Άλλες διαταραχές είναι η ανωμαλία στο μεταβολισμό των πρωτεϊνών (Domatskaya, 1980), η μείωση του σωματικού βάρους από 6% έως 25% (De Jong et al 1982a), εκφυλισμένα λιπώδη σώματα, υποανάπτυκτοι υποφαρυγγικούς αδένες και μικρότερη διάρκεια ζωής με 50% θνησιμότητα μέχρι την 5ημέρα εξόδου από το κελί (Schneider & Drescher 1987, Schatton-Gadelmayer & Engels 1988, Beetsma et al. 1989, Ball 1992).

Όσον αφορά τους παθογόνους μικροοργανισμούς έχει διαπιστωθεί ότι το βαρρόα έχει την ικανότητα να ενεργοποιήσει αλλά και να μεταφέρει μια σειρά από παθογόνους μικροοργανισμούς όπως βακτήρια (Hafnia alvei), σπόρους του πρωτόζωου Nosema apis και ιούς όπως ο ιός της οξείας παράλυσης, ο ιός των παραμορφωμένων πτερύγων, ο ιός των Μελανόμορφων Βασιλικών Κελιών. (Smirnov, 1978, Allen et al., 1986, Ball, 1983, 1985, 1988, Strick & Madel, 1986, 1988, Ball, 1992, Orantes Bermejo and Fernández, 1997).

Συνοπτικά μπορεί να ειπωθεί ότι η παθογόνος δράση του ακάρεως προκαλεί στο μελίσσι άμεσα αποτελέσματα όπως τον θάνατο των προνυμφών ή των νυμφών και εκκόλαψη μη φυσιολογικών μελισσών, ασθενικών, μικρόσωμων, που παρουσιάζουν πολλαπλές ανατομικές και μορφολογικές ανωμαλίες (μειωμένη τριχοφυΐα, ζαρωμένες πτέρυγες, μειωμένου μήκους προβοσκίδα, κ.ά.). Στα έμμεσα αποτελέσματα του παρασιτισμού περιλαμβάνονται η δυσχέρεια στην πτήση και στη μεταφορά φορτίου, η μειωμένη ανθεκτικότητα στους παθογόνους μικροοργανισμούς καθώς και ανησυχία και προσπάθειες απομάκρυνσης των παρασίτων.

Συμπτώματα 

Τα συμπτώματα στα αρχικά στάδια εγκατάστασης του παρασίτου σε ένα μελισσοκομείο συνήθως περνούν απαρατήρητα. Η εκδήλωση των συμπτωμάτων ποικίλλει μεταξύ περιοχών, μεταξύ διαφορετικών μελισσοκομείων αλλά και μεταξύ διαφορετικών μελισσιών του ίδιου μελισσοκομείου και εξαρτάται από την ένταση της μόλυνσης και την περίοδο δραστηριότητας του μελισσιού (Λιάκος, 1996). Για να εμφανισθούν συμπτώματα, το ποσοστό προσβολής πρέπει να ξεπερνά το 15% ενώ με ποσοστό μεγαλύτερο του 30%, η παρουσία των ακάρεων επάνω στις ενήλικες μέλισσες είναι εμφανής. 

Η σειρά εμφάνισης των συμπτωμάτων σε μια κυψέλη μπορεί να περιγραφεί ως εξής:

Γόνος διάσπαρτος (μορφή μωσαϊκού) σε βαθμό ανάλογα με την ένταση του παρασιτισμού.
Σφραγίσματα κελιών βυθισμένα, με χρώμα σκοτεινότερο και τρύπες ή σχισμές.
Ασφράγιστα κελιά με προνύμφες σε ανώμαλη θέση, νεκρές νύμφες/προνύμφες και βαρρόα σε διάφορα στάδια ανάπτυξης.
Αποσφραγισμένα κελιά από παραμάνες με αναπτυσσόμενο γόνο ή τα υπολείμματά του.
Προνυμφικά στάδια ή συγκεντρώσεις λευκών περιττωμάτων του ακάρεως σε άδεια κελιά.
Ακάρεα εμφανή πάνω στις ενήλικες μέλισσες.
Ακμαίες μέλισσες με ανώμαλη μορφολογία και νευρικότητα γύρω απ τον γόνο.
Αδυναμία πτήσης και κίνησης, κατανάλωση γύρης και μελιού, ασιτία γόνου.
Κατακόρυφη πτώση της ανάπτυξης των μελισσών, πολλές νεκρές μέλισσες μπροστά από την είσοδο της κυψέλης.
Αδυναμία προστασίας εισόδου και λεηλασία αποθεμάτων μελιού και μόλυνση εισβολέων.
Εγκατάλειψη της κυψέλης, θάνατος του μελισσοσμήνους το φθινόπωρο/χειμώνα.
Αντιμετώπιση V.destructor

Η καταπολέμιση του παρασίτου είναι δύσκολη και υπάρχουν διάφοροι λόγοι για αυτό. Πρώτον, όταν υπάρχει σφραγισμένος γόνος μέσα στην κυψέλη, ένα μεγάλο μέρος από τα θυληκά ακάρεα είναι προστατευμένο μέσα στα κελιά οπότε οποιαδήποτε θεραπεία δεν είναι αποτελεσματική. Δεύτερον, τα ακαρεοκτόνα (απο τα οποία κάποια ειναι και εντομοκτόνα) που χρησιμοποιούνται είναι τοξικά για τις μέλισσες και επειδή τοποθετούνται μέσα στην κυψέλη ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος. Τρίτον, χρειάζεται πολλή προσοχή στην εφαρμοζόμενη δόση ώστε να σκοτώνει τα ακάρεα χωρίς να βλάπτει τις μέλισσες. Τέταρτον, επειδή τα βαρροακτόνα φάρμακα εφαρμόζονται μέσα στην κυψέλη το μέλι κ η γύρη ρυπαινονται εύκολα όταν η καταπολέμιση δεν γίνεται προσεκτικά την κατάλληλη εποχή (Χαριζάνης Π., 1996).

Γενικά έχουν προταθεί διάφοροι μέθοδοι καταπολέμησης του ακάρεως όπως: βιολογικές, μελισσοτεχνικές, με φυσικές ουσίες και χημειοθεραπευτικές.

Βιολογικές μέθοδοι - μελισσοκομικές τεχνικές

Επιλογή ανθεκτικών µελισσιών. 
Η επιλογή ανθεκτικών φυλών ή στελεχών είναι η ασφαλής λύση στο πρόβλημα βαρρόα. Τα βασικά κριτήρια επιλογής είναι ο πληθυσµός των βαρρόα, η διασπορά τους στις µέλισσες και το γόνο, η υγιεινή συµπεριφορά του µελισσιού και το ένστικτο καθαρισµού. Τα μέχρι σήμερα αποτελέσματα της έρευνας είναι πολύ ενθαρρυντικά. Τα τελευταία χρόνια παρατηρήθηκαν και στην Ελλάδα, μελίσσια που δείχνουν να είναι ανθεκτικά στη βαρρόα (Λιακός Β.).

Παγίδευση στον κηφηνογόνο.
Στηρίζεται στην ιδιαίτερη προτίμηση της βαρρόα στον κηφηνογόνο. Μία ή δύο κηφηνοκηρήθρες τοποθετούνται στο κέντρο της γονοφωλιάς και όταν γεμίσουν με σφραγισμένο κηφηνογόνο απομακρύνονται. Ο γόνος μαζί με τις βαρρόα που έχουν παγιδευτεί εκεί καταστρέφεται. Η εργασία αυτή πρέπει να επαναλαμβάνεται συχνά και έχει ικανοποιητικά αποτελέσματα, μόνο όταν η μόλυνση βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα. Κατάλληλες χρονικές στιγµές για κάτι τέτοιο είναι κατά την πρόληψη της σµηνουργίας ή όταν πολλαπλασιάζουµε τα µελίσσια, επειδή τότε αυτά δεν έχουν γόνο (Λιακός Β.).

Παγίδευση στον εργατικό γόνο.
H βασίλισσα περιορίζεται με κηρηθροθήκη και αναγκάζεται να ωοτοκήσει επί 18 ημέρες σε δύο μόνο κηρήθρες. Τα βαρρόα στο διάστημα αυτό εισέρχονται αναγκαστικά, να ωοτοκήσουν στις δύο μοναδικές κηρήθρες με γόνο. Όταν ο γόνος σφραγισθεί, η βασίλισσα ελευθερώνεται, ο γόνος απομακρύνεται και καταστρέφεται μαζί με τα βαρρόα που παγιδεύτηκαν. Η μέθοδος αυτή είναι πολύ περισσότερο αποτελεσματική, επειδή περιορίζει κατά πολύ τον πληθυσμό του βαρρόα. Μειονέκτημα της μεθόδου ότι επιβραδύνει σημαντικά το ρυθμό ανάπτυξης του μελισσιού (Λιακός Β.)

Επιβράδυνση του πολλαπλασιασμού του παρασίτου.
Αντί της παγίδευσης των βαρρόα στο γόνο που απαιτεί πολύ χρόνο και κόπο να εφαρμοσθεί, προτείνεται η επιβράδυνση του πολλαπλασιασμού του παρασίτου, με παρεμβάσεις στη ζωή του μελισσιού. Παρεμβάσεις όμως που περιλαμβάνονται στις πρακτικές διαχείρισης του μελισσιού όπως η αντικατάσταση της βασίλισσας κάθε ένα ή δύο χρόνια, η αντιμετώπιση της σμηνουργίας με τη διαίρεση των μελισσιών καθώς και η τακτική ανανέωση των κηρήθρων και η αντικατάσταση κάθε ελαττωματικής κηρήθρας που έχει πολλά κηφηνοκελιά. Επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης της βαρρόα μπορεί να επιτευχθεί με ελαχιστοποίηση του εκτρεφόμενου κηφηνογόνου, με υποδιπλασιασμό του αριθμού των βαρρόα με διαίρεση των μελισσιών πριν από την περίοδο σμηνουργίας, με περιοδική διακοπή της ωοτοκίας με τη δημιουργία ορφανών μελισσιών και παραφυάδων (Λιακός Β.)

∆ηµιουργία τεχνητών αφεσµών.
Στην αρχή της άνοιξης, µε συνένωση των αδύνατων µελισσιών και ενίσχυση µε γόνο των λιγότερο δυνατών, εξοµοιώνονται κατά το δυνατό τα µελίσσια του µελισσοκοµείου.

Πρόληψη σµηνουργίας - Αποφυγή λεηλασίας.
Η σµηνουργία οδηγεί στη δηµιουργία νέων µελισσιών τα οποία είναι πολύ πιθανό να έχουν υψηλό ποσοστό προσβολής από βαρρόα. Αυτά εξασθενούν ευκολότερα και ακολούθως λεηλατούνται. Με αυτό τον τρόπο τα βαρρόα µεταδίδονται σε υγιή µελίσσια. Η αποφυγή της λεηλασίας επιτυγχάνεται µε τρόπους όπως με μείωση του άνοιγµατος της κυψέλης ανάλογα µε τη δύναµη του µελισσιού, με ταχείς μελισσοκομικους χειρισμούς, με απογευματινό τάισμα σιροπιού και με προφυλαγμένες-μη εκταθημένες κηρύθρες (Αλυσσανδράκης κ Χαριζάνης, 2001)

Καταπολέμηση με φυσικές ουσίες

Θυμόλη. Χρησιμοποιείται με μορφή κρυστάλλων στη δόση των 5-15 g, ανάλογα με τη δυναμικότητα του μελισσιού, σε σακουλάκια από γάζα που επιτρέπουν σταδιακή εξάτμιση ή με μορφή αλευροποιημένης σκόνης, στη δόση των 0,25-0,5 g ανά κηρήθρα που σκεπάζεται με μέλισσες. Στη δεύτερη περίπτωση σκορπίζεται επάνω στους κηρηθροφορείς. Η αποτελεσματικότητα που κυμαίνεται από 75% μέχρι 95% επηρεάζεται από τη μορφή χορήγησης τον πληθυσμό του μελισσιού και τη θερμοκρασία του περιβάλλοντος. Ασκεί εντομοαπωθητική δράση και προκαλεί έντονη ανησυχία, όταν η θερμοκρασία είναι υψηλή. `Όταν η θερμοκρασία του περιβάλλοντος είναι υψηλή, οι μέλισσες εγκαταλείπουν την κυψέλη. Παρατηρείται επίσης και θάνατος σχετικά μικρού αριθμού μελισσών (Λιακός Β.).

Οξαλικό οξύ. Το οξαλικό οξύ παρουσιάζει το μεγαλύτερο πρακτικό ενδιαφέρον από όλα τα οξέα που χρησιμοποιούνται για την καταπολέμηση του βαρρόα. Έχει υψηλή αποτελεσματικότητα (80-95%), μικρές παρενέργειες (κυρίως στη διαχείμαση), εύκολη εφαρμογή και χαμηλό κόστος. Σε 100 γραμμάρια νερό διαλύονται 10 γραμμάρια οξαλικού οξέως και στη συνέχεια προστίθενται και διαλύονται 100 γραμμάρια ζάχαρης. Από το διάλυμα αυτό χύνονται με τη σύριγγα 5 κυβικά εκατοστά, σταγόνα- σταγόνα επάνω στις μέλισσες, σε κάθε μεσοδιάστημα που υπάρχει μεταξύ των πλαισίων. Σε ένα μελίσσι δεκάρι θα χορηγηθούν 45-50 κυβικά εκατοστά, ενώ σε ένα πεντάρι 20-25.

Φορμικό οξύ. Το φορμικό οξύ είναι υγρό με δριμεία οσμή. Σε θερμοκρασίες μεγαλύτερες των 100 C εξατμίζεται. Τεμάχια από μαλακό χαρτόνι διαστάσεων 29Χ 20Χ0,15 cm, εμποτισμένα με 22 g φορμικό οξύ 65% τοποθετούνται στον πυθμένα της κυψέλης στην περιοχή του γόνου. Εφαρμόζονται συνολικά 4 θεραπείες, ανά 4 ημέρες. Τα περιθώρια μεταξύ ακαρεοκτόνου ικανότητας και μελισσοτοξικότητας είναι σχετικά μικρά και χρειάζεται προσοχή στη χρήση τους, ιδιαίτερα σε περιοχές με έντονες μεταβολές της θερμοκρασίας. Η παραμονή των δίσκων για περισσότερο από 120 ώρες, φαίνεται να επηρεάζει αρνητικά τη δραστηριότητα των παραμάνων. Παρατηρούνται επίσης θάνατοι βασιλισσών (Λιακός Β.).

Γαλακτικό οξύ. Χρησιμοποιείται συνήθως με μορφή υδατικού διαλύματος πυκνότητας περί-που 15%. Από το διάλυμα αυτό ψεκάζονται περίπου 150 ml σε μελίσσι των δέκα πλαισίων. Σε μελίσσια με γόνο η αποτελεσματικότητα είναι χαμηλή, δεν ξεπερνά το 40%, ενώ έχουν παρατηρηθεί και δυσμενείς επιπτώσεις στη βασίλισσα και στα αυγά. Για τους λόγους αυτούς η θεραπεία με γαλακτικό οξύ δεν συστήνεται για τις ελληνικές κλιματικές συνθήκες (Λιακός Β.).

Μυρµηκικό οξύ. Το µυρµηκικό οξύ είναι υγρό µε δριµεία οσµή. Σε θερµοκρασίες µεγαλύτερες των 100 οC εξατµίζεται. Τεµάχια από µαλακό χαρτόνι διαστάσεων 29Χ20Χ0,15 cm, εµποτισµένα µε 22 g µυρµηκικό οξύ 65% τοποθετούνται στον πυθµένα της κυψέλης στην περιοχή του γόνου. Εφαρµόζονται συνολικά 4 θεραπείες, ανά 4 ηµέρες. Τα περιθώρια µεταξύ ακαρεοκτόνου ικανότητας και µελισσοτοξικότητας είναι σχετικά µικρά και χρειάζεται προσοχή στη χρήση τους, ιδιαίτερα σε περιοχές µε έντονες µεταβολές της θερµοκρασίας. Η παραµονή των δίσκων για περισσότερο από 120 ώρες, φαίνεται να επηρεάζει αρνητικά τη δραστηριότητα των παραµάνων. Παρατηρούνται επίσης θάνατοι βασιλισσών.

Χημειοθεραπεία

Apiguard. Το Apiguard είναι ένα εµπορικό σκεύασµα σε µορφή λευκού gel που περιέχει 12 g θυµόλης ως δραστική ουσία. Έχει κατασκευαστεί µε στόχο την αργή, σταδιακή απελευθέρωση της δραστικής ουσίας και σύµφωνα µε τους κατασκευαστές είναι ένα φιλικό προς το περιβάλλον σκεύασµα και εφαρµόζεται όταν η µέγιστη ηµερήσια θερµοκρασία ξεπερνάει τους 15 οC. Η αποτελεσµατικότητά του έφτανε το 4196,6% τους καλοκαιρινούς µήνες, ενώ την άνοιξη το 93,4%. Η αποτελεσµατικότητα του Apiguard έχει κριθεί ως πολύ υψηλή. Αυξάνεται δε όσο αυξάνεται η θερµοκρασία και στις αρκετά υψηλές θερµοκρασίες του καλοκαιριού, βρέθηκε ότι η µισή δόση µε τη µισή διάρκεια εφαρµογής είναι εξίσου ικανοποιητική. Επίσης, η ανάπτυξη του µελισσιού είναι φυσιολογική και δεν παρατηρούνται αλλαγές στη συµπεριφορά των µελισσών (Παπαχριστοφόρου κ.ά., 2002).

ApilifeVAR. Το ApilifeVAR είναι ένα βιολογικό βαρροακτόνο, που αποτελείται από 76% θυµόλη, 16,4% ευκαλυπτόλη, 3,8% µενθόλη και 3,8% καµφορά. και κυκλοφορεί σε µορφή ταµπλέτας. Η αποτελεσµατικότητα του σκευάσµατος είναι υψηλή (95,2%) όταν εφαρµόζεται µε µέση θερµοκρασία µεγαλύτερη των 18 οC, διαρκεί 24 ηµέρες και χρησιµοποιούνται δύο πλακίδια ανά 12 ηµέρες. Παραµένει πολύ υψηλή (90,7%) όταν εφαρµόζεται µε τις ίδιες συνθήκες θερµοκρασίας, χρησιµοποιούνται δύο πλακίδια και διαρκεί 12 ηµέρες. Αρκετά υψηλή (83,1%) είναι και όταν εφαρµόζεται µε θερµοκρασίες µικρότερες των 18 οC, διαρκεί 24 ηµέρες και χρησιµοποιούνται δύο πλακίδια, ένα ανά 12 ηµέρες. Στις συγκεκριµένες θερµοκρασίες η µελισσοτοξικότητα του σκευάσµατος είναι αµελητέα (Λιάκος κ Θρασυβούλου, 2002). 

Apistan (Zoecon): Ταινίες από πλαστικό (PVC) διαστάσεων 25 Χ 3 εκατοστών. Σε κάθε μελίσσι τοποθετούνται δύο ταινίες, στα διάκενα μεταξύ των πλαισίων της γονοφωλιάς, συνήθως μεταξύ των πλαισίων 3-4 και 7-8. Οι ταινίες παραμένουν στο μελίσσι 4-8 εβδομάδες, ανάλογα με την έκταση του
γόνου. Τα τελευταία χρόνια έχουν αναπτυχθεί παγκόσμια, ανθεκτικά στελέχη βαρρόα έναντι του Apistan και η αποτελεσματικότητά του έχει μειωθεί σημαντικά (Λιακός Β.)

Βayvarol. Ταινίες από πλαστικό (PVC) διαστάσεων 25 Χ 2,5 εκατοστών. Σε κάθε μελίσσι τοποθετούνται τρεις ταινίες, στα διάκενα μεταξύ των πλαισίων της γονοφωλιάς, συνήθως μεταξύ των πλαισίων 3-4 και 7-8. Οι ταινίες παραμένουν στο μελίσσι 4-8 εβδομάδες, ανάλογα με την έκταση του γόνου (Λιακός Β.)

Perizin (BAYER): Πρόκειται για διάλυµα 3,2% του εντοµοκτόνου Coumaphos. Έχει διασυστηµατική δράση αλλά δρα και δια επαφής. Κυκλοφορεί σε φιαλίδια των 10 ml. Κάθε φιαλίδιο διαλύεται σε 500 ml νερό, από το διάλυμα αυτό ραντίζονται επάνω στις μέλισσες 30-50 ml σε κάθε μελίσσι ανάλογα με τον πληθυσμό του. Σε μελίσσια που δεν εκτρέφουν γόνο αρκούν δύο επεμβάσεις σε διάστημα 7 ημερών, στην αντίθετη περίπτωση χρειάζονται περισσότερες (Λιακός Β.).

Check Mite+. To Check Mite+ είναι ένα σκεύασµα ελεγχόµενης (βραδείας) απελευθέρωσης, στο οποίο η δραστική ουσία (Coumaphos) βρίσκεται εµποτισµένη σε πλαστικές ταινίες. Πιο συγκεκριµένα, εφαρµόζεται µε τοποθέτηση δυο πλαστικών ταινιών µεταξύ του τρίτου-τέταρτου και έβδοµου-όγδοου πλαισίου, για χρονικό διάστηµα 14 ηµερών εφόσον η αποτελεσματικότητα φτάνει το 90& σε 12-15 ημέρες εφαρμογής. Από πειράµατα µε το Check Mite+ προέκυψε ότι υπολείµµατα coumaphos συγκεντρώνονται στο µέλι από την πρώτη ηµέρα εφαρµογής του σκευάσµατος και η συγκέντρωση τους ήταν πολύ µεγαλύτερη στο µέλι των πλαισίων που βρίσκονταν σε επαφή µε τις ταινίες. Αυτό σημαίνει αποκλεισµό από τον τρύγο των πλαισίων που βρίσκονται σε επαφή µε τις ταινίες για να µειωθούν δραστικά οι συγκεντρώσεις υπολειµµάτων coumaphos στο τελικό προϊόν (Καραζαφείρης, Ε., 2004).

Μαλαθείο. Το Μαλαθείο µπορεί να χρησιµοποιηθεί σε µορφή σκόνης, σαν υγρό, σαν υποκαπνιστικό, σε πλακάκια γύψου και ακόµη µπορεί να ενσωµατωθεί στην γύρη ή στο υποκατάστατο της γύρης

Μαλαθείο σε µορφή σκόνης. Σαν σκόνη το Μαλαθείο χρησιµοποιείται µε 2 τρόπους: Με ζάχαρη άχνη: 1 g σκευάσµατος Μαλαθείου 5% αναµειγνύεται καλά σε 1 kg ζάχαρη άχνη και µ' αυτό σκονίζονται όλες οι µέλισσες µιας κυψέλης. Συνήθως πέφτουν 40-60 g για κάθε µελίσσι ανάλογα βέβαια και µε το µέγεθός του. Με ταλκ: 20 g σκευάσµατος Μαλαθείου 5% αναµειγνύονται µε 980 g σκόνη ταλκ. Από αυτό το µίγµα χρησιµοποιούνται 2 g για το σκόνισµα των κηρηθροφορέων.
Μαλαθείο σε υγρή µορφή. Χρησιµοποιείται κυρίως σκεύασµα Μαλαθείου 50%, οποίο αγοράζεται από καταστήµατα γεωργικών φαρµάκων. Από το σκεύασµα αυτό λαµβάνεται, µε µια σύριγγα ή πιπέττα, 1 ml και διαλύεται σε ένα λίτρο νερό (αρχικό διάλυµα). Από το διάλυµα αυτό γίνεται η επιθυµητή αραίωση σύµφωνα µε τον αριθµό µελισσιών που έχουµε. Με ένα ψεκαστήρα ψεκάζονται οι µέλισσες πάνω στις κηρήθρες (Σαντάς, 1990). 

Μαλαθείο σε πλακάκια γύψου. Χρησιµοποιείται από πολλούς µελισσοκόµους. Το µείγµα (7 µέρη γύψου και 1 ψειρόσκονης 5% Μαλαθείο) ανακατεύεται καλά και µε την προσθήκη νερού γίνεται σαν λάσπη, η οποία τοποθετείται σε ειδικά καλούπια. Συνήθως τα πλακίδια αυτά έχουν πάχος 1 cm και διαστάσεις 10x5 cm. Τοποθετούνται στη βάση της κυψέλης για 10 µέρες και αντικαθιστούνται 3 φορές. 

Μαλαθείο ενσωματωμένο στη γύρη σε υποκατάστατα γύρης. Ένα g σκευάσματος Μαλαθείου 5% ενσωματώνεται μέσα σε 1 kg γύρης ή υποκατάστατου γύρης (100 g γύρη 900 g σογιάλευρο). Τόσο η γύρη όσο και το υποκατάστατο πρέπει να αλευροποιηθούν πριν χρησιμοποιηθούν. Το υλικό αυτό τοποθετείται σε άδεια κελιά κηρηθρών. Σε κάθε μελίσσι τοποθετούνται 3 πλαίσια με “μολυσμένη” γύρη. Τα δύο στα όρια της περιοχής που καταλαμβάνει ο γόνος και το τρίτο στη μέση της περιοχής αυτής. Το φθινόπωρο, όταν περιορισθεί σημαντικά ο γόνος, μια επέμβαση θεωρείται αρκετή. Την άνοιξη πιθανό να χρειασθεί και δεύτερη επέμβαση μετά από 7 περίπου ημέρες (Pelekasis, et al., 1979 και 1981, Ifantidis, 1981, Santas, 1983).

Πηγή agribusinessexpert.blogspot.gr

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια